Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Thomas Eliot " Μία παρτίδα σκάκι" - ποίημα από την "Έρημη Χώρα"

Το ποίημα του T. S. Eliot "A game of chess" από την ποιητική συλλογή "Έρημη Χώρα". Το παραθέτω στην αγγλική γλώσσα καθώς και σε ελληνική μετάφραση.


The Chair she sat in, like a burnished throne,
Glowed on the marble, where the glass
Held up by standards wrought with fruited vines
From which a golden Cupidon peeped out
(Another hid his eyes behind his wing)
Doubled the flames of sevenbranched candelabra
Reflecting light upon the table as
The glitter of her jewels rose to meet it
From satin cases poured in rich profusion;
In vials of ivory and coloured glass
Unstoppered, lurked her strange synthetic perfumes,
Unguent, powdered, or liquid - troubled, confused
And drowned the sense in odours; stirred by the air
That freshened from the window, these ascended
In fattening the prolonged candle-flames,
Flung their smoke into the laquearia,
Stirring the pattern on the coffered ceiling.
Huge sea-wood fed with copper
Burned green and orange, framed by the coloured stone,
In which sad light a carved dolphin swam.
Above the antique mantel was displayed
As though a window gave upon the sylvan scene
The change of Philomel, by the barbarous king
So rudely forced; yet there the nightingale
Filled all the desert with inviolable voice
And still she cried, and still the world pursues,
"Jug Jug" to dirty ears.
And other withered stumps of time
Were told upon the walls; staring forms
Leaned out, leaning, hushing the room enclosed.
Footsteps shuffled on the stair.
Under the firelight, under the brush, her hair
Spread out in fiery points
Glowed into words, then would be savagely still.

"My nerves are bad to-night. Yes, bad. Stay with me.
"Speak to me. Why do you never speak. Speak.
"What are you thinking of? What thinking? What?
"I never know what you are thinking. Think."

I think we are in rats' alley
Where the dead men lost their bones.

"What is that noise?"
The wind under the door.
"What is that noise now? What is the wind doing?"
Nothing again nothing.


"You know nothing? Do you see nothing? Do you remember

I remember

Those are pearls that were his eyes.
"Are you alive, or not? Is there nothing in your head?"

O O O O that Shakespeherian Rag -

It's so elegant
So intelligent
"What shall I do now? What shall I do?"
I shall rush out as I am, and walk the street
"With my hair down, so. What shall we do to-morrow?
"What shall we ever do?"
The hot water at ten.
And if it rains, a closed car at four.
And we shall play a game of chess,
Pressing lidless eyes and waiting for a knock upon the door.

When Lil's husband got demobbed, I said -
I didn't mince my words, I said to her myself,
Now Albert's coming back, make yourself a bit smart.
He'll want to know what you done with that money he gave you
To get yourself some teeth. He did, I was there.
You have them all out, Lil, and get a nice set,
He said, I swear, I can't bear to look at you.
And no more can't I, I said, and think of poor Albert,
He's been in the army four years, he wants a good time,
And if you don't give it him, there's others will, I said.
Oh is there, she said. Something o' that, I said.
Then I'll know who to thank, she said, and give me a straight look.
If you don't like it you can get on with it, I said.

Others can pick and choose if you can't.
But if Albert makes off, it won't be for lack of telling.
You ought to be ashamed, I said, to look so antique.
(And her only thirty-one.)
I can't help it, she said, pulling a long face,
It's them pills I took, to bring it off, she said.
(She's had five already, and nearly died of young George.)
The chemist said it would be alright, but I've never been the same.
You are a proper fool, I said
Bueno, si Albert no te deja tranquila, es tu problema, le dije,
Well, if Albert won't leave you alone, there it is, I said,
Well, that Sunday Albert was home, they had a hot gammon,
And they asked me in to dinner, to get the beauty of it hot -
Goonight Bill. Goonight Lou. Goonight May. Goonight.
Ta ta. Goonight. Goonight.
Good night, ladies, good night, sweet ladies, good night, good night.


The Waste Land (1922)



Το Κάθισμα όπου κάθονταν, σα στιλβωμένος θρόνος,
Έλαμπε στο μάρμαρο, όπου ο καθρέφτης
Που βάσταζαν κοντάρια πλουμισμένα με κλήματα
Όθε ξεμύτιζε ένας χρυσός Ερωτιδέας
(Με τη φτερούγα σκέπαζε τα μάτια του άλλος ένας)
Ζευγάρωνε φλόγες από εφτάκλωνους κεροστάτες
Αντιφεγγίζοντας το φως επάνω στο τραπέζι ένώ
Των κοσμημάτων της η λάμψη ορμούσε να το συναντήσει,
Πλούσια ξεχειλίζοντας σε θήκες μεταξωτές.
Σε φιάλες από φίλντισι και χρωματιστό γυαλί
Ξεβούλωτες, ενέδρευαν τ’ αλλόκοτα συνθετικά μυρωδικά της,
Υγρά, σε σκόνη, ή σ’ αλοιφή – σκοτίζανε, συγχύζανε
Και πνίγανε την αίσθηση με αρώματα· ερεθισμένα απ’ τον αγέρα
Που έμπαινε δροσερός απ’ το παράθυρο, τούτα ανεβαίναν
Παχαίνοντας τις τεντωμένες φλόγες των κεριών,
Ρίχνανε τον καπνό τους στα λακουεάρια,
Ξυπνώντας τα στολίσματα στο φατνωτό ταβάνι.
Πελώρια ξύλα πελαγίσια ταγισμένα μπακίρι
Έκαιγαν πράσινα και πορτοκαλιά, με πέτρα πολύχρωμη πλαισιωμένα,
Και στο θλιμμένο τούτο φως ένα δελφίνι σκαλισμένο κολυμπούσε.
Πάνω απ’ τ’ αρχαίο το τζάκι παρουσιάζονταν
Λες κι άνοιγε παράθυρο σε μιαν υλαία σκηνή
Η μεταμόρφωση της Φιλομήλας, της χαλασμένης τόσο βάναυσα
Από το βάρβαρο βασιλέα· κι όμως εκεί τα’ αηδόνι
Την έρημο όλη γέμιζε μ’ απαραβίαστη φωνή
Κι ακόμη φώναζε κι ακόμη ο κόσμος κυνηγάει,
«Γιακ, γιακ» σε βρώμικα αυτιά.
Κι άλλες ακόμη ρίζες μαραμένες των καιρών
Ήταν στον τοίχο ιστορισμένες· προσηλωμένα σχήματα
Σκύβαν, δηλώνοντας τη σιωπή στην περίκλειστη κάμαρα.
Πατήματα σερνόντουσαν στα σκαλοπάτια.
Κάτω απ’ το φέγγος της φωτιάς, κάτω απ’ τη βούρτσα, η κόμη της
Άπλωνε πύρινες ακίδες
Έλαμπε με λόγια, Κι ύστερα έπεφτε σε μιαν άγρια γαλήνη.
«Τα νεύρα μου είναι άσχημα σήμερα βράδυ.
Ναι, άσκημα. Μείνε μαζί μου.
Μίλησέ μου. Λοιπόν ποτέ σου δε μιλάς; Μίλησε.
Τι συλλογίζεσαι τώρα; Τι συλλογιέσαι; Τι;
Ποτές δεν ξέρω τι συλλογίζεσαι. Συλλογίσου».
Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος;»
Ο αγέρας κάτω απ’ την πόρτα.
«Τι είναι αυτός ο θόρυβος τώρα; Τι κάνει ο αγέρας;»
Τίποτε πάλι τίποτε.
Ξέρεις τίποτε; Δε βλέπεις τίποτε; Δε θυμάσαι
Τίποτε ;»
Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του.
«Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»
Χο χο χο χο το Σαιξπηχήρειο τούτο φοξ –
Είναι κομψότατο
Είναι ξυπνότατο
«Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω;»
«Θα ξεπορτίσω όπως είμαι, και θα γυρνώ στους δρόμους
Με τα μαλλιά μου ξέπλεκα, έτσι. Τι θα κάνουμε αύριο;
Τι θα κάνουμε πάντα;»
Ζεστό νερό στις δέκα.
Κι αν βρέχει, το κλεισμένο αμάξι στις τέσσερεις.
Και θα παίξουμε μια παρτίδα σκάκι,
Πιέζοντας μάτια δίχως βλέφαρα και περιμένοντας ένα χτύπημα στην πόρτα.
Όταν ο άντρας της Λιλ αποστρατεύτηκε, της λέω,
Δεν τα μασούσα τα λόγια μου, τής λέω αυτηνής ’γω που με βλέπεις,
Τώρα πού γυρίζει ό Γιάννης, κοίταξε να σουλουπιαστείς λιγάκι.
Θα γυρέψει να μάθει τι τα ’κανες κείνα τα λεφτά που σου ’δωσε
Να ξαναβάλεις καν ’να δόντι. Σ’ τα ’δωσε, ήμουν εκεί.
Άει να τα βγάλεις, Λιλ, και βάλε μια καλή μασέλα,
Μα το Θεό, σου ’πε, σιχαίνουμαι που σε βλέπω.
Κι εγώ το ίδιο, της λέω, σκέψου τον κακόμερο το Γιάννη,
Τέσσερα χρόνια στρατιώτης, θα θέλει καλοπέραση,
Κι α δεν του τη δώσεις, άλλες θα του τη δώσουν, της λέω.
Α έτσι, μου λέει. Κάτι σαν τέτοιο, της λέω.
Τότες θα ξέρω ποιανού χρωστάω χάρη, μου λέει και με καρφώνει με τα μάτια.
Κι α δε σ’ αρέσει τράβα τον κατήφορο, της λέω,
Άλλοι διαλέγουνε και παίρνουνε σαν εσύ δεν τα καταφέρνεις.
Μ’ α σου το στρίψει ο Γιάννης, δε θα πει πως δε βρέθηκε άνθρωπος να σου κουβεντιάσει.
Είναι να ντρέπεσαι, της λέω, που μοιάζεις τέτοια αρχαιολογία.
(Κι αυτή μονάχα τριάντα ενός.)
Μα τι να κάνω, μου λέει, και στραβομουτσούνιασε,
Φταίνε κείνα τα χάπια, μου λέει, που πήρα για να το ρίξω.
(Έκανε κιόλας πέντε, και πήγε να πεθάνει απ’ το μικρό της το Γιωργή.)
Ο φαρμακοποιός είπε θα ’ναι εν τάξει, μα ποτές δεν ξανάγινα όπως ήμουν.
Είσαι ντιπ άμυαλη, της λέω.
Το λοιπόν, αν ο Γιάννης δε σ’ αφήνει ήσυχη, εδώ ’ναι ό κόμπος, τής λέω,
Τι πας και μου παντρεύεσαι σα δεν τα θέλεις τα παιδιά;
Λοιπόν, κείνη την Κεριακή ήταν ο Γιάννης σπίτι, κι είχανε ζεστό χοιρομέρι,
Και με καλέσανε το βράδυ, να τ’ απολάψω ζεστό –
Καλυνύχτα Μπιλλ. Καληνύχτα Λου. Καληνύχτα Μαίη. Καληνύχτα.
Γεια γεια. Καληνύχτα. Καληνύχτα.
Καληνύχτα, κυρίες, καληνύχτα, γλυκιές μου κυρίες, καληνύχτα, καληνύχτα.

Τ. Σ. Έλιοτ

Έρημη Χώρα (1922)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου